νομίζω ότι κάποια στιγμή θα σπάσει η κλωστή που κρατά όρθιο τον παρθενώνα
και θα καταρρεύσει
και ξαφνικά σύγχηση θα πλημμυρίσει τη σταδίου σα βαβέλ.
οι σχέσεις μας,
τα βήματα μας στα βρώμικα στενά πεζοδρόμια της πατησίων
κινούνται με κλωστές,
που σπάνε ξαφνικά
και μεις κοιταζόμαστε ανήμποροι
μαριονέτες του χρόνου
και της φθοράς.
24 Μαρ 2010
τετάρτη βράδυ
στο μέσο της ύπαρξης
στη μέση της βδομάδας
στη μέση της ζωής
στη μέση του πουθενά/
είμαι μακρυά από τις άκρες
απ'το bonus της αφετηρίας
και ίσως κοντά στην άφεση του τέλους/
σε θέλω εδώ στη μέση ανάμεσα στο πλήθος
να περπατάμε πιασμένοι ανάμεσα χωρίς κανείς να κάνει άκρη
μα χωρίς κανείς να μας κοιτά.
μόνο εσένα κανέναν άλλον
και δε με νοιάζει.
αξίζω τόση αγάπη?
αξίζω τόση αγάπη?
πώς μου την δίνουν που εγώ δε δίνω τίποτα?
και τι να πω μετά?
παλιότερα δεν την έπαιρνα αν και την είχα ανάγκη σαν ο σκύλος το ψωμί
τώρα που την έχω πάλι ανάγκη την δέχομαι και απλά κοιτώ με απορία
για το τι βρίσκουν πάνω μου και μου την δίνουν/
αυτή η αγάπη που δε ζητά αντάλλαγμα με τρελαίνει απ'όπου και να ναι.
τελικά οι άνθρωποι όσο και να χάσαμε το γράμμα θυμόμαστε κάποτε ότι είμαστε γιοι του φωτός.
πώς μου την δίνουν που εγώ δε δίνω τίποτα?
και τι να πω μετά?
παλιότερα δεν την έπαιρνα αν και την είχα ανάγκη σαν ο σκύλος το ψωμί
τώρα που την έχω πάλι ανάγκη την δέχομαι και απλά κοιτώ με απορία
για το τι βρίσκουν πάνω μου και μου την δίνουν/
αυτή η αγάπη που δε ζητά αντάλλαγμα με τρελαίνει απ'όπου και να ναι.
τελικά οι άνθρωποι όσο και να χάσαμε το γράμμα θυμόμαστε κάποτε ότι είμαστε γιοι του φωτός.
βόλεμα
βόλεμα ίσον θάνατος
βολεύεσαι το θάνατο και λες αντίο στη ζωή
απλά επιβιώνεις, αυτό μόνο
και που και που κάποιες σπίθες φωτός/
πόσο γερή δόση αντίδοτου χρειάζεται για να μην θες πιά τα ίδια?
πόσα κιλά έρωτα για να πετάξεις από πάνω σου τα συνηθισμένα?
βολεύεσαι το θάνατο και λες αντίο στη ζωή
απλά επιβιώνεις, αυτό μόνο
και που και που κάποιες σπίθες φωτός/
πόσο γερή δόση αντίδοτου χρειάζεται για να μην θες πιά τα ίδια?
πόσα κιλά έρωτα για να πετάξεις από πάνω σου τα συνηθισμένα?
23 Μαρ 2010
Έτσι για αρχή.
η μοναξιά με σαπίζει όλο και πιο πολύ
τόσο που δεν νιώθω πια τα νεύρα μου
και ζω μιαν καθημερινή μακαριότητα
μιας εικονικής ευτυχίας
μιας νιρβάνας αποτυχημένης
μιας στωικότητας παρωχημένης
ποιός έβαλε σε τάξη τόσο προσεκτικά
τις φωνές μέσα μου ώστε να μην ακούγονται πια?
ποιός πότισε με δάκρυ λησμονιάς τα δέντρα της λήθης?
ποιός φίμωσε το μωρό που χρόνια κλαίει?
και γιατί να κλάψεις για κάτι που δεν έχεις πια?
γιατί να πάψεις να σιωπάς για κάτι που δεν σου μιλά?
γιατί να θέλεις ένα κορμί ν'ακούσεις, αφού πιά δεν αφουγκράζεσαι?
το κάθε κύτταρο εξουθενωμένο
το κάθε μόριο κομματιασμένο
το κάθε χαμόγελο πικρό
το κάθε χάδι μισό.
τόσο που δεν νιώθω πια τα νεύρα μου
και ζω μιαν καθημερινή μακαριότητα
μιας εικονικής ευτυχίας
μιας νιρβάνας αποτυχημένης
μιας στωικότητας παρωχημένης
ποιός έβαλε σε τάξη τόσο προσεκτικά
τις φωνές μέσα μου ώστε να μην ακούγονται πια?
ποιός πότισε με δάκρυ λησμονιάς τα δέντρα της λήθης?
ποιός φίμωσε το μωρό που χρόνια κλαίει?
και γιατί να κλάψεις για κάτι που δεν έχεις πια?
γιατί να πάψεις να σιωπάς για κάτι που δεν σου μιλά?
γιατί να θέλεις ένα κορμί ν'ακούσεις, αφού πιά δεν αφουγκράζεσαι?
το κάθε κύτταρο εξουθενωμένο
το κάθε μόριο κομματιασμένο
το κάθε χαμόγελο πικρό
το κάθε χάδι μισό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)